"Συνασπισμός": Στήριγμα της στρατηγικής του κεφαλαίου.
"Συνασπισμός": Στήριγμα της στρατηγικής του κεφαλαίου. | ![]() |
02/10/08 | |
του Κύριλλου Παπασταύρου Ενα πολιτικό κόμμα που δεν έχει συμμετάσχει στην αστική διακυβέρνηση δε σημαίνει ότι είναι ανεύθυνο απέναντι στην εφαρμοζόμενη πολιτική ούτε ότι εκφράζει εξ ορισμού με την πολιτική του τους εργαζόμενους. Είναι βεβαίως φυσικό ένα τέτοιο κόμμα να έχει περισσότερες δυνατότητες στο να εμφανίζεται με «φιλολαϊκό» προφίλ, σε σχέση με τα κυβερνητικά κόμματα. Τα κόμματα όμως κρίνονται με βάση τις θέσεις τους, τις πολιτικές επιλογές τους, τη στάση τους απέναντι σε στρατηγικές επιλογές της εξουσίας της αστικής τάξης και των κομμάτων της που σήμερα κυβερνούν τη χώρα, καθώς βέβαια και από τον προσανατολισμό της δράσης τους στο κίνημα. Κριτήριο εντέλει για κάθε κόμμα είναι το ποια ταξικά συμφέροντα εξυπηρετεί. Ο ΣΥΝ είναι χαρακτηριστική περίπτωση κόμματος που ντύνει με «ριζοσπαστική» ρητορεία μια πολιτική γραμμή που οδηγεί στην υποταγή των εργαζομένων στα συμφέροντα της αστικής τάξης. Το τελευταίο διάστημα μάλιστα, με την αντίστοιχη προβολή που έχει από ΜΜΕ της «κεντροαριστεράς» (βλέπε: «Ελευθεροτυπία»), εμφανίζεται ως «σκληρά» αντιπολιτευόμενος την κυβέρνηση της ΝΔ, ως δύναμη που πρωταγωνιστεί στις λαϊκές κινητοποιήσεις.Το μέτωπο της αντιπαράθεσης του ΚΚΕ στις δυνάμεις του ΣΥΝ και του ΣΥΡΙΖΑ δεν περιορίζεται σε θεωρητικές διαφορές. Είναι αντιπαράθεση που αφορά τα σύγχρονα ζητήματα της πάλης, το παρόν και το μέλλον του εργατικού και λαϊκού κινήματος, της προοπτικής του. Η αντιπαράθεση αυτή πηγάζει από τον οπορτουνιστικό χαρακτήρα του ΣΥΝ, την προέλευσή του ως κόμμα που συγκροτείται από δυνάμεις οι οποίες αποσπάστηκαν από το Κομμουνιστικό Κόμμα, αφού επιδίωξαν τη διάλυσή του, δυνάμεις που με τις ιδεολογικές και πολιτικές τους θέσεις σε τελευταία ανάλυση προσφέρουν στήριξη στη στρατηγική του κεφαλαίου. Η κυρίαρχη τάση του ΣΥΝ (άλλες πιο ειλικρινείς τάσεις σε αυτόν, δε μιλούν περί δυνατότητας συνεργασίας με το ΚΚΕ, αλλά με το ΠΑΣΟΚ), αλλά και τμήματα του αστικού Τύπου προσπαθούν να εμφανίσουν αυτή την αντιπαράθεση ως αποτέλεσμα μιας μονομανίας από την πλευρά του ΚΚΕ, ως μια ανούσια αντιπαράθεση για το ποιος θα ηγείται του χώρου που προσδιορίζεται ως «Αριστερά» κλπ. Με υποκριτικές εκκλήσεις περί «ενότητας της Αριστεράς» επιχειρείται να συσκοτιστεί η ουσία της αντιπαράθεσης, να διαστρεβλωθεί, ουσιαστικά να καλυφθεί ότι πρόκειται για αντιπαράθεση ανάμεσα σε δύο αντίθετες στρατηγικές και όχι σε παραλλαγές της ίδιας κατεύθυνσης. Το ΚΚΕ αποκαλύπτει ότι πρόκειται για αντιπαράθεση ανάμεσα στην αντιιμπεριαλιστική (αντικαπιταλιστική) γραμμή και στη σοσιαλδημοκρατική, που στο βάθος της είναι σύγκρουση ανάμεσα στην επαναστατική και διαχειριστική-οπορτουνιστική στρατηγική, στη σύγχρονη έκδοσή της. Αντιπαρατίθεται με τον οπορτουνισμό γιατί αυτό το ιδεολογικό-πολιτικό ρεύμα και ο συγκροτημένος φορέας του, ο ΣΥΝ, με το μανδύα της «ανανεωτικής αριστεράς», εμποδίζει την εργατική τάξη να αναπτύξει πολιτική δράση ανεξάρτητη από την αστική πολιτική, στην κατεύθυνση της ανατροπής του καπιταλισμού, της πάλης για το σοσιαλισμό. Το ρεύμα αυτό στηρίζεται σε ένα τμήμα υψηλόμισθων εργαζομένων που έχει ταυτιστεί με τα συμφέροντα του κεφαλαίου, έχει εισόδημα από τη διαχείριση κονδυλίων που συνοδεύουν προγράμματα της ΕΕ, καθώς και από την ιδιοκτησία μετοχών καπιταλιστικών επιχειρήσεων, κυρίως στις πρώην ΔΕΚΟ και έτσι έχει συνδέσει την τύχη του με την ύπαρξη του καπιταλιστικού συστήματος. Οι αντιλήψεις του επιδρούν ιδιαίτερα σε σημαντικό τμήμα αυτοαπασχολούμενων, σε τμήμα μεγαλόμισθων επιστημόνων που εμπλέκεται στη δημόσια διοίκηση και άλλες κρατικές λειτουργίες, σε τμήματα της μισθωτής διανόησης, σε τμήματα της εργατικής τάξης που δεν έχουν ακόμα πληγεί έντονα από τις αναδιαρθρώσεις, σε τμήματα της νεολαίας με μικρή πολιτική πείρα. Το πρόβλημα λοιπόν που τίθεται επί της ουσίας είναι αν οι εργαζόμενοι σε συμμαχία με τα φτωχά λαϊκά στρώματα πρέπει να έχουν τη δικιά τους ανεξάρτητη από την αστική τάξη πολιτική, το δικό τους πρόγραμμα για την εξουσία, να συγκροτηθούν σε δύναμη αντιπαράθεσης και στη συνέχεια σύγκρουσης και ρήξης συνολικά με τα συμφέροντα του κεφαλαίου ή θα πρέπει να σέρνονται πίσω από αυτή ή την άλλη εκδοχή της αστικής διαχείρισης, διεκδικώντας την άμεση συμμετοχή στη διακυβέρνηση για μια δήθεν ανθρωπινότερη διαχείριση των σύγχρονων διευρυνόμενων λαϊκών αναγκών. Οποιος σήμερα υπόσχεται αντιμετώπιση των οξυμένων λαϊκών προβλημάτων μέσα από μια πιο φιλολαϊκή προώθηση της στρατηγικής του κεφαλαίου -όπως κάνει ο ΣΥΝ- συνειδητά διαστρεβλώνει την πραγματικότητα στα μάτια των εργαζόμενων. Ο ΣΥΝ αντιμετωπίζει την κριτική εκ μέρους του ΚΚΕ, στις θέσεις και τη δράση του, με αναπαραγωγή στρεβλώσεων και συκοφαντιών των επιτελείων της Χαριλάου Τρικούπη και των εργαστηρίων του αντικομμουνισμού, όπως π.χ. ότι «το ΚΚΕ τα έχει βρει με τη ΝΔ», «δε συμμετέχει στους αγώνες», «στηρίζει το Χριστόδουλο», «ταυτίζεται με το ΛΑ.Ο.Σ. σε αντιδραστικές θέσεις» και πολλά άλλα τέτοια επιχειρήματα που με ιδιαίτερη φροντίδα προβάλλονται από έντυπα και ηλεκτρονικά αστικά ΜΜΕ, ιδιαίτερα από το MEGA TV και την εφημερίδα «Το Βήμα», αλλά και τις εφημερίδες «Εθνος», «Ελευθεροτυπία», «Αυγή», με άρθρα που πολλές φορές μοιάζουν σαν δύο σταγόνες νερό. Και άλλα συνειδητά ψέματα συμπληρώνουν την επιχείρηση συκοφάντησης του ΚΚΕ, εκ μέρους του ΣΥΝ, όπως ότι το ΚΚΕ δεν πήρε θέση για την κρατική βία που ασκήθηκε στο «παιδί με τα πράσινα παπούτσια», στο δίκαιο αίτημα για τη δημόσια και δωρεάν χρήση των παραλίων και άλλα. Ο ΣΥΝ, πρωτοστατώντας στην επίθεση στο ΚΚΕ, δίνει για άλλη μια φορά εξετάσεις στήριξης του αστικού πολιτικού συστήματος στο ενδεχόμενο μιας κεντροαριστερής διακυβέρνησης. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι πρωτοκλασάτα στελέχη του ΣΥΝ όλων των «ρευμάτων» του και η «Αυγή» ανέλαβαν εργολαβικά να αντικρούσουν την κριτική του ΚΚΕ προς το ΠΑΣΟΚ. Σήμερα πλέον δε θα πρέπει να εκπλήσσεται κανένας αγωνιστής και αγωνίστρια με ριζοσπαστικές παραδόσεις και διαθέσεις, αφού τα ίδια τα έργα και οι ημέρες του ΣΥΝ, επί σχεδόν δύο δεκαετίες, επιβεβαιώνουν τον οπορτουνιστικό του χαρακτήρα, δηλαδή τον ειδικό ρόλο του στην επιχείρηση ενσωμάτωσης του ΚΚΕ σε μια συμβιβαστική γραμμή. Καθ' όλη τη χρονιά που διανύουμε και πιο χαρακτηριστικά με τις φοιτητικές κινητοποιήσεις, φάνηκε ξεκάθαρα αυτή η γραμμή: αποσπασματικά προβολή κάποιων αιτημάτων (π.χ. άρθρο 16 του Συντάγματος), όξυνση στη χρησιμοποίηση ορισμένων μορφών πάλης (π.χ. κατάληψη εκπαιδευτικών ιδρυμάτων) και στη συνέχεια πέρασμα σε διαπραγματευτική, συναινετική, συμβιβαστική γραμμή. Ως προς αυτό το ρόλο οφείλουμε ν' αναγνωρίσουμε ότι πρόκειται για άξιο συνεχιστή του οπορτουνιστικού ρεύματος που εκπροσωπούσε το λεγόμενο «ΚΚΕ εσωτερικού» στις δεκαετίες 1960, 1970, 1980, πριν την ενσωμάτωση των δυνάμεών του στο ΣΥΝ.
Η τακτική του ΣΥΝ στο κίνημα είναι καιροσκοπική. Εμφανίζεται ως «πρωταγωνιστικός» φορέας κινητοποιήσεων που πραγματοποιούνται, ως συμπαραστάτης των λαϊκών μαζών σε οξυμένα τους προβλήματα. Η αλήθεια είναι ότι σήμερα οι μισθωτοί εργαζόμενοι, οι αυτοαπασχολούμενοι, οι φτωχοί αγρότες, οι νέοι έρχονται αντιμέτωποι με τις συνέπειες των στρατηγικών επιλογών του κεφαλαίου, τις οποίες ο ΣΥΝ είτε στήριξε ανοιχτά είτε τους έδωσε αριστερό άλλοθι για να νομιμοποιηθούν στη λαϊκή συνείδηση. Δηλαδή, ενώ στήριξε την αιτία, σήμερα εμφανίζεται να αγωνίζεται ενάντια στο αποτέλεσμα. Η Συνθήκη του «Μάαστριχ» και η «Λευκή Βίβλος», για τα οποία αναρωτιέται ο πρόεδρος του ΣΥΝ «ποιος τα θυμάται αυτά σήμερα;», βρίσκονται στη βάση όλων των καπιταλιστικών μεταρρυθμίσεων της τελευταίας δεκαπενταετίας. Πρόκειται για συμφωνίες που εξέφρασαν στο διακρατικό επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ενωσης τις ανάγκες των μονοπωλίων και της καπιταλιστικής εξουσίας σε εθνικό επίπεδο για αναπροσαρμογές στην οικονομία και την πολιτική, αναγκαίες για την εξασφάλιση της καπιταλιστικής κερδοφορίας στις νέες συνθήκες του ανταγωνισμού. Μήπως για παράδειγμα ακόμα και τα ζητήματα εμπορευματοποίησης των ακτών -για τα οποία ο ΣΥΝ εμφανίζεται όψιμα να κόπτεται, ενώ όταν πρωτοξεκίνησε το φράξιμο των παραλίων και η παράδοσή τους στο κεφάλαιο δεν άρθρωσε λέξη- είναι άσχετα με την απελευθέρωση των αγορών που άνοιξε η Συνθήκη του Μάαστριχτ; Πώς μπορεί ο ΣΥΝ να μιλάει για λύσεις στα προβλήματα των φτωχών αγροτών όταν αποδέχεται την Κοινή Αγροτική Πολιτική, διεκδικώντας μια «φιλολαϊκή» αναθεώρησή της, δηλαδή τις βασικές κατευθύνσεις που αποσκοπούν στη μείωση της αγροτικής παραγωγής, τη συγκέντρωση της γης σε μεγάλους ιδιοκτήτες; Πώς μπορεί να διαμαρτύρεται για τα αντεργατικά μέτρα και την ακρίβεια, τη στιγμή που στήριξε την ένταξη της Ελλάδας στην «Οικονομική Νομισματική Ενωση»; Πώς μπορεί να διαμαρτύρεται για τη «νεοφιλελεύθερη» πολιτική της ΕΕ, δηλαδή τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις, τη στιγμή που δεν αντέδρασε ουσιαστικά σε καμία Συνθήκη της, τη στιγμή που στήριξε την ενίσχυσή της ως ιμπεριαλιστικού κέντρου, τη διεύρυνσή της με την ένταξη άλλων κρατών; Πώς μπορεί να διαμαρτύρεται για τις «κοινωνικές ανισότητες» τη στιγμή που υποστήριξε το σύνθημα της «ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας» που σημαίνει συγκέντρωση του πλούτου σε όλο και λιγότερα χέρια, περισσότερα κέρδη για το κεφάλαιο, επομένως μεγαλύτερη εκμετάλλευση για τους εργαζόμενους; Στη φύση του οπορτουνισμού είναι να προσαρμόζει τον τρόπο ενσωμάτωσης στο σύστημα ανάλογα με τις συνθήκες. Σε περίοδο που το κίνημα υποχωρεί, οι φορείς του οπορτουνισμού γίνονται ανοικτοί αρνητές του εργατικού κινήματος, συμπλέουν με τις αστικές δυνάμεις, την αντικομμουνιστική και αντισοσιαλιστική εκστρατεία. Ετσι στις αρχές της δεκαετίας του 1990 ο ΣΥΝ έγινε σημαιοφόρος της στρατηγικής του κεφαλαίου, προβάλλοντας ότι εργαζόμενοι και κεφάλαιο μπορούν να έχουν κοινούς «εθνικούς στόχους», ότι πρέπει να ταυτιστούν στα ζητήματα της ΕΕ, της «ανάπτυξης», του «εκσυγχρονισμού». Σήμερα που οι πλαστές προσδοκίες διαψεύδονται και συσσωρεύεται αρνητική πείρα στους εργαζόμενους από τα αποτελέσματα αυτών των στρατηγικών επιλογών, ο ΣΥΝ δε διστάζει να ασκεί κριτική στα αστικά κόμματα, να εμφανίζεται ότι παίρνει αποστάσεις από τη σοσιαλδημοκρατία, να «διαμαρτύρεται», «εξοργίζεται», «αγανακτεί» σαν παραπλανημένος, προσπαθώντας να κρύψει τη δική του ευθύνη για το συσχετισμό στο εργατικό κίνημα και να εμφανιστεί με αγωνιστικό προσωπείο. Πώς αλλιώς θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αυτή η στάση αν όχι καιροσκοπική και αφερέγγυα; «ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΤΙΚΗ» ΑΠΑΤΗ ΜΕ ΞΑΝΑΖΕΣΤΑΜΕΝΑ ΣΥΝΘΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΣΟΣΙΑΛΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Είναι δεδομένο ότι ο ΣΥΝ δεν προβάλλει ούτε καν σκέψη για την αναγκαιότητα ανατροπής του καπιταλιστικού συστήματος και υπερασπίζεται την ουτοπική δυνατότητα βελτίωσής του, μετεξέλιξής του σε πιο ανθρώπινο - κάτω από το σοσιαλδημοκρατικό σύνθημα για «σοσιαλισμό με δημοκρατία και ελευθερία». Τα συνθήματά του, όπως «κοινωνικό κράτος», «κράτος πρόνοιας», «κοινωνικός έλεγχος των αγορών» είναι δανεισμένα από την κλασική σοσιαλδημοκρατική ιδεολογία και πολιτική που εξέφρασε και το ΠΑΣΟΚ στη δεκαετία του 1980. Αυτή την πολιτική, που εφάρμοσαν και φιλελεύθερα αστικά κόμματα στη Δυτική Ευρώπη, αναγκάστηκαν να την εγκαταλείψουν στην πορεία και οι κλασικοί σοσιαλδημοκράτες, γιατί είχε χάσει τη δυνατότητά της με επιτυχία να ενσωματώνει τις εργατικές μάζες στο σύστημα, γιατί οι σύγχρονες ανάγκες του καπιταλισμού, τα προβλήματα της σημερινής φάσης ανάπτυξής του δεν αφήνουν περιθώρια μιας τέτοιας πολιτικής. Εδώ και δεκαετίες άλλωστε η στρατηγική του κεφαλαίου στις περισσότερες καπιταλιστικές χώρες έχει αναπροσαρμοστεί στην κατεύθυνση των αποκρατικοποιήσεων, της απελευθέρωσης αγορών, της μείωσης του εργατικού κόστους, της ενίσχυσης της καπιταλιστικής δράσης σε τομείς όπως η υγεία, η πρόνοια, η παιδεία κλπ. Αλλωστε η εφαρμογή σοσιαλδημοκρατικών πολιτικών διαχείρισης, τόσο σε όλο τον κόσμο όσο και στην Ελλάδα κατά τη δεκαετία του 1980, αποδείχτηκε ότι δεν αποτελούσε έναν «άλλο δρόμο» για το σοσιαλισμό, όπως παραπλανητικά διατείνονταν οι σοσιαλδημοκράτες, αλλά ουσιαστικά ήταν μια πολιτική που εξυπηρετούσε τρέχουσες ανάγκες της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Αυτή έπρεπε εκείνη την εποχή να στηριχτεί στον εκτεταμένο κρατικό τομέα και σε ορισμένη κρατική πολιτική για την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης με ταυτόχρονη πολιτική ενσωμάτωσης τμημάτων της εργατικής τάξης. Ο ΣΥΝ προσαρμόζει ένα περιορισμένο τμήμα των παλιών θέσεων της σοσιαλδημοκρατίας στις σημερινές συνθήκες, ως στοιχείο μιας δήθεν εναλλακτικής διαχείρισης της ΕΕ, της λεγόμενης αντινεοφιλελεύθερης εκδοχής της. Σε αυτή τη βάση επιδιώκει ν' αλλάξει «ο συσχετισμός στην Αριστερά», να μειωθεί η πολιτική επιρροή του ΚΚΕ προς όφελος του ΣΥΝ, να συρθεί το ΚΚΕ σε αυτή τη γραμμή ενσωμάτωσης ή και τα δύο. Αυτή είναι η γραμμή των συμμαχιών του ΣΥΝ, της «ενότητας της Αριστεράς» ή της συγκρότησης της «Δημοκρατικής Αντινεοφιλελεύθερης Συσπείρωσης» στην οποία καλεί. Η διατύπωση από την πλευρά του ΣΥΝ συνθημάτων δανεισμένων από μια διαχείριση του καπιταλισμού που σήμερα δεν μπορεί να υπάρξει στην Ελλάδα είναι ανέξοδη, αφού δεν πρόκειται να κληθεί άμεσα να τα εφαρμόσει ως κόμμα. Ταυτόχρονα με αυτή τη συνθηματολογία ο ΣΥΝ εκφράζει και την αγωνία του για την ανάγκη να αμβλυνθούν οι οξυμένες κοινωνικές αντιθέσεις, να λειανθούν οι πιο οξείες γωνίες της στρατηγικής του κεφαλαίου. Η ευρωπαϊκή εμπειρία δείχνει ότι όταν συστεγαζόμενα με το ΣΥΝ κόμματα -μέλη του «Κόμματος Ευρωπαϊκής Αριστεράς»- τη δεκαετία του 1990, τόσο στη Γαλλία όσο και την Ιταλία, αλλά και σήμερα, πήραν μέρος σε κυβέρνηση κεντροαριστερής συνεργασίας, γρήγορα εγκατέλειψαν τις αντινεοφιλελεύθερες κορώνες και προσαρμόστηκαν στις σύγχρονες ανάγκες της καπιταλιστικής διαχείρισης. Ετσι στήριξαν πολιτικές των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων πολλές φορές και από θέσεις κλειδιά (π.χ. η Η Μαρί Ζορζ Μπιφέ, ΓΓ του Γαλλικού ΚΚ, διετέλεσε υπουργός νεολαίας και αθλητισμού στην κυβέρνηση Ζοσπέν το διάστημα 1997-2002), όπως η εφαρμογή των ελαστικών εργασιακών σχέσεων και μάλιστα με σύνθημα το 35ωρο (Γαλλία), συμβάλλοντας στη λεγόμενη κοινωνική συναίνεση. Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε το γεγονός ότι τέτοιου είδους κεντροαριστερές κυβερνήσεις, όπως η γαλλική και η ιταλική, συμμετείχαν στο ΝΑΤΟϊκό πόλεμο ενάντια στη Γιουγκοσλαβία το 1999. Βασικός πολιτικός στόχος συγκρότησης της κεντροαριστερής συμμαχίας που σήμερα κυβερνάει την Ιταλία ήταν να φύγει η κεντροδεξιά κυβέρνηση Μπερλουσκόνι και η απόσυρση των ιταλικών στρατευμάτων από το Ιράκ. Ομως σήμερα Ιταλοί στρατιώτες συνεχίζουν να βρίσκονται στο Ιράκ, 19.000 στο Αφγανιστάν, ενώ οι ΝΑΤΟϊκές βάσεις στην Ιταλία ενισχύονται. Σήμερα η «ανανεωτική αριστερά» ή η «νέα αριστερά» στην ΕΕ μέσα από τη συμμετοχή της σε κυβερνητικά σχήματα οδηγήθηκε στα αδιέξοδα που αντιμετωπίζει και η κλασική σοσιαλδημοκρατία. Δηλαδή δυσκολεύεται να διαμορφώσει ιδιαίτερη πρόταση διαχείρισης σε σχέση με τα νεοφιλελεύθερα κόμματα, να συναινεί στη στρατηγική του κεφαλαίου χωρίς όμως να χάνει το πλεονέκτημά της ως δύναμη καθησυχασμού, ενσωμάτωσης δυνάμεων της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων. Πίσω από τις σοσιαλδημοκρατικές διακηρύξεις του ο ΣΥΝ δεν μπορεί να κρύψει την συμφωνία του με βασικές πλευρές της στρατηγικής του κεφαλαίου, έστω και αν υποστηρίζει την εφαρμογή τους με λιγότερο κόστος για τους εργαζόμενους. Ετσι σε μια σειρά τομείς είναι φανερή η υιοθέτηση των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, συμμεριζόμενος τους προβληματισμούς και τις επιδιώξεις της αστικής τάξης. Ορισμένα παραδείγματα:
Μια ματιά στους χώρους της Τοπικής Αυτοδιοίκησης είναι αποκαλυπτική για την πολιτική πρακτική του. Οι δυνάμεις του ΣΥΝ μαζί με αυτές της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ ψήφισαν σε ΚΕΔΚΕ και ΕΝΑΕ όλες τις αντιδραστικές μεταρρυθμίσεις που αφορούσαν τις ιδιωτικοποιήσεις μέσω της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, την ανατροπή των εργασιακών σχέσεων, την αύξηση της φορολογίας. Σε ορισμένες μάλιστα από αυτές τις διαδικασίες ήταν εισηγητές εκπρόσωποι του ΣΥΝ. Αποδέχτηκε και ψήφισε στην ΚΕΔΚΕ το πρόγραμμα «ΘΗΣΕΑΣ» που προβλέπει ότι τα έργα στους Δήμους θα εκτελούνται μέσω «σχημάτων σύμπραξης» με τους επιχειρηματίες. Η σύγκλιση του ΣΥΝ με το ΠΑΣΟΚ είναι αναπόσπαστο στοιχείο της πολιτικής του φυσιογνωμίας. Αυτή η δυνατότητα σύγκλισης βασίζεται στο γεγονός ότι τα δύο κόμματα μοιράζονται κοινές προγραμματικές θέσεις. Η διαφορά του ΣΥΝ με το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται στο ότι το δεύτερο, ως κόμμα που εναλλάσσεται στην αστική διακυβέρνηση, έχει μικρότερα περιθώρια για ελιγμούς απέναντι σε πλευρές της στρατηγικής του κεφαλαίου. Αυτό το γεγονός δημιουργεί δυσκολίες και αντιθέσεις στους όρους με τους οποίους προωθείται η σύγκλιση των δύο κομμάτων. Γύρω από αυτό το ζήτημα περιστρέφεται και η εσωκομματική αντιπαράθεση μέσα στο ΣΥΝ. Οι δυνάμεις του λεγόμενου «αριστερού» ρεύματος που στηρίζουν το ΣΥΡΙΖΑ υπολογίζουν, εκμεταλλευόμενοι την εμφανή ταύτιση του ΠΑΣΟΚ με τη ΝΔ σε κεντρικά ζητήματα, ότι μπορούν να πρωταγωνιστήσουν σε μια γενικότερη ανασύνθεση του σοσιαλδημοκρατικού χώρου. Ταυτόχρονα δεν απορρίπτουν -υπό προϋποθέσεις- και την ανοιχτή συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ στα πλαίσια μιας κεντροαριστερής κυβέρνησης. Από την άλλη η λεγόμενη «ανανεωτική» πτέρυγα επιδιώκει μια άμεση σύγκλιση με το ΠΑΣΟΚ στη βάση προγραμματικής συμφωνίας. Αλλωστε είναι φανερό ότι και από την πλευρά του ΠΑΣΟΚ διατηρείται ανοιχτή η δυνατότητα συνεργασίας. Τα δύο κόμματα έχουν αναπτύξει δεσμούς μέσα από πολύχρονη συνεργασία στην Τοπική Αυτοδιοίκηση αλλά και το συνδικαλιστικό, εργατικό και γενικότερα το μαζικό κίνημα. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο ΣΥΝ έδωσε πάντα χέρι βοήθειας στο ΠΑΣΟΚ, όποτε και όταν το χρειάστηκε. Για παράδειγμα βρέθηκε μαζί με το ΠΑΣΟΚ στις ίδιες αντιπολεμικές διαδηλώσεις, ξεπλένοντας έτσι τις ευθύνες του κυβερνητικού ΠΑΣΟΚ που διέθετε τις βάσεις της Ελλάδας για χρήση από τις ΗΠΑ στον πόλεμο. Χαιρέτησε τους ελιγμούς του Γ. Παπανδρέου με αφορμή τη συζήτηση του άρθρου 16 αναγορεύοντάς τους σε νίκη του κινήματος. Πήγε χέρι-χέρι με το ΠΑΣΟΚ σε μια σειρά κινητοποιήσεις στους εκπαιδευτικούς, στο φοιτητικό κίνημα και αλλού. Η τακτική του ΣΥΝ απέναντι στο ΠΑΣΟΚ καλλιεργεί συστηματικά ψευδαισθήσεις για το χαρακτήρα του, παρεμποδίζοντας τον απεγκλωβισμό εργατικών μαζών από την επιρροή του. Είναι χαρακτηριστικό ότι η κριτική του ΣΥΝ στο «Πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ» είναι στη γραμμή συγκρότησης μιας «αξιόπιστης σοσιαλδημοκρατικής πρότασης» που θα διαχωρίζεται από την κλασική νεοφιλελεύθερη που εκφράζει η ΝΔ. «ΑΡΙΣΤΕΡΟ» ΣΤΗΡΙΓΜΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΕΝΩΣΙΑΚΟΥ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΥ Ο ΣΥΝ σήκωσε τη σημαία του Συμφώνου Σταθερότητας στα Βαλκάνια και των επιδιώξεων του ελληνικού κεφαλαίου για διείσδυση σε αυτές τις χώρες. Υποστήριξε το ιμπεριαλιστικό «σχέδιο Ανάν» για το Κυπριακό, που ουσιαστικά οδηγεί στη διχοτόμηση του νησιού, ενώ κατηγόρησε το ΚΚΕ για εθνικισμό επειδή εναντιώθηκε σε αυτό από διεθνιστικές και αντιιμπεριαλιστικές θέσεις. Με τη θέση «ΟΧΙ στην τρομοκρατία, όχι στον πόλεμο» έδωσε άλλοθι στην ιμπεριαλιστική επιθετικότητα των ΗΠΑ, παρά το γεγονός ότι σήμερα μπορεί να εμφανίζεται καταγγελτικός εναντίον της. Με την εκδήλωση της αλληλεγγύης του στην κυβέρνηση των ΗΠΑ, μετά την 11η Σεπτέμβρη 2001 και την υιοθέτηση των επιχειρημάτων περί τρομοκρατίας, έβαλε πλάτη στη διαμόρφωση κλίματος τρομοϋστερίας. ΑΝΑΞΙΟΠΙΣΤΟΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥΣ Η συμμετοχή δυνάμεων του ΣΥΝ στις κινητοποιήσεις δεν αποτελεί τεκμήριο για ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά αυτού του κόμματος. Εχει καιροσκοπικά κίνητρα και γενικότερα δεν εκφράζει μια σταθερή γραμμή υπεράσπισης των συμφερόντων της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων, οργάνωσης της πάλης τους με προοπτική τη διεκδίκηση της εξουσίας και τη διαμόρφωση της συμμαχίας τους σε αυτή τη γραμμή. Τα προηγούμενα χρόνια οι δυνάμεις του στο συνδικαλιστικό κίνημα έδωσαν εξετάσεις ως δυνάμεις «κοινωνικής συναίνεσης», συμμετέχοντας στους «κοινωνικούς διάλογους», στηρίζοντας τα έργα και τις ημέρες των συμβιβασμένων ηγεσιών της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ. Ηταν και είναι ο στυλοβάτης κάθε ανάλογου θεσμού, όπως της «Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής». «Εδωσε τα χέρια» στους εφοπλιστές και τους βιομηχάνους, συμφώνησε μαζί τους σε αντιλαϊκά μέτρα στο όνομα της ρεαλιστικότητας. Πρόσφατα μάλιστα ο εκπρόσωπός του στην ΠΝΟ συμφώνησε στην απαλλαγή των εφοπλιστών από ασφαλιστικές εισφορές. Η συνδικαλιστική του δύναμη στο ΕΚΑ και στη ΓΣΕΕ διαμορφώνεται με την ανοιχτή στήριξη δυνάμεων που ηγούνται σε εργοδοτικά σωματεία (όπως π.χ. το Σωματείο επιχειρήσεων Σκλαβενίτη). Σε στιγμές που ήταν αναγκαία η μέγιστη αντίσταση στις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις και στην ιμπεριαλιστική επιθετικότητα, εξέφραζε την ανησυχία του για τη διασάλευση του «κοινωνικού ιστού» από τις κινητοποιήσεις (π.χ. μαθητικές κινητοποιήσεις 1998-1999, κινητοποιήσεις ενάντια στον πόλεμο στη Γιουγκοσλαβία κλπ.). Να θυμηθούμε ότι στη διαδήλωση ενάντια στην επίσκεψη Κλίντον, με νωπές τότε τις μνήμες από το βομβαρδισμό της Γιουγκοσλαβίας, ο ΣΥΝ σιγόνταρε την κυβερνητική επίθεση ενάντια στο ΚΚΕ και τις δυνάμεις του αντιιμπεριαλιστικού κινήματος επειδή τόλμησαν να αμφισβητήσουν το καθεστώς πολιορκίας που είχε επιβάλει η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ στην Αθήνα. Καταγγέλλει το πλαίσιο διεκδικήσεων του ΠΑΜΕ ως ανεδαφικό και μαξιμαλιστικό, ενώ στο όνομα του «ρεαλισμού» και της «ενότητας» προβάλλει προτάσεις-στόχους που ενσωματώνονται στη στρατηγική του κεφαλαίου. Για την απόδειξη της εκτίμησής μας ας δούμε ορισμένα παραδείγματα:
Οι παραπάνω θέσεις αποδεικνύουν ότι η αντίθεση του ΣΥΝ βρισκόταν μόνο στην αναθεώρηση του άρθρου 16 του Συντάγματος και όχι στην ουσία των μεταρρυθμίσεων στα ΑΕΙ και ΤΕΙ, που θέτουν νέους ταξικούς φραγμούς. Ουσιαστικά ο ΣΥΝ ταυτίστηκε με ένα τμήμα του ΔΕΠ το οποίο αντιδρά στις μεταρρυθμίσεις και κυρίως στο ζήτημα της αναθεώρησης του άρθρου 16 από τη σκοπιά των ιδιαίτερων συμφερόντων του και της διαπραγμάτευσης της θέσης του, χωρίς να αντιδρά στη γενική κατεύθυνση των μεταρρυθμίσεων. Το τμήμα αυτό άλλωστε όλα τα προηγούμενα χρόνια συνέβαλλε αποφασιστικά στην προώθηση της πολιτικής των αναδιαρθρώσεων μέσα από την υλοποίηση των προγραμμάτων της ΕΕ, τη στενότερη σύνδεση των ιδρυμάτων της έρευνας και του περιεχομένου σπουδών με τις επιχειρήσεις κλπ.
Ολες όμως οι παραπάνω προτάσεις - αιτήματα δεν έρχονται σε ρήξη με τη νεοφιλελεύθερη στρατηγική ούτε αποτελούν αποκλειστικότητα του ΣΥΝ, αφού συχνά περιλαμβάνονται στα προγράμματα της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ. Απλά διανθίζονται με συνθήματα, όπως «όχι στην κατάργηση του άρθρου 16», «όχι στην ανεργία», «λύση για τους συμβασιούχους», «τα χρήματα των ομολόγων πίσω στα ταμεία». Ο ΣΥΝ, ως κόμμα που έχει αρνηθεί την ταξική πάλη, αντιλαμβάνεται τις όποιες διεκδικήσεις και κινητοποιήσεις στα όρια του συστήματος, ως μέσου διαπραγμάτευσης και «συναινετικής» εξεύρεσης λύσεων ικανοποιητικών τόσο για το κεφάλαιο όσο και για τους εργαζόμενους. Ετσι εξηγείται το πέρασμα, ανάλογα με τη συγκυρία, από την κριτική του θέση απέναντι στο ΚΚΕ ως φορέα άσκησης «επαναστατικής γυμναστικής», στη συνειδητή διαστρέβλωση της αλήθειας με τη θέση ότι «το ΚΚΕ πηγαίνει πίσω, όπου ο ΣΥΝ ανοίγει το δρόμο της κινητοποίησης». Είναι απόλυτα εξηγήσιμη η φαινομενική αντίφαση του ΣΥΝ άλλοτε να επαίρεται για την οργάνωση κινητοποιήσεων και άλλοτε να τις θεωρεί ως κοινωνική αναταραχή και διασάλευση της ομαλότητας που μπορεί να θέσουν σε αμφισβήτηση το αστικό κοινοβουλευτικό πολιτικό σύστημα. Ορισμένοι μάλιστα από τη λεγόμενη «ανανεωτική πτέρυγα» (π.χ. Παπαγιαννάκης) υπενθύμισαν -κατά τη συζήτηση στο Διαρκές Συνέδριό του- το ρόλο του ΣΥΝ ως κόμμα του αστικού κοινοβουλευτισμού στα όρια της αστικής δημοκρατικής ομαλότητας. Εδώ βρίσκονται και οι αντιφάσεις του ως οπορτουνιστικού κόμματος που πατάει σε δύο βάρκες: Η προβολή της πρότασής του για «φιλολαϊκή» διαχείριση της αστικής στρατηγικής ως «ριζοσπαστικής και εναλλακτικής» απαιτεί τη συμμετοχή σε κινητοποιήσεις, όταν αυτές ξεσπούν. Δεν μπορεί να παίξει το ρόλο αναχώματος αν δε συνδεθεί με αγωνιστικές τάσεις αμφισβήτησης και σύγκρουσης που αυθόρμητα αναπτύσσονται. Βεβαίως οι δυνάμεις του ΣΥΝ ζυμώνουν αιτήματα και μορφές πάλης που τελικά εγκλωβίζουν τις αγωνιστικές διαδικασίες στα όρια ανοχής του συστήματος, αφού αρνείται την ταξική πάλη. Οι θέσεις και η πολιτική πρακτική του ΣΥΝ τον κάνουν αντικειμενικά αξιοποιήσιμο από το σύστημα, σταθεροποιητικό στοιχείο για το αστικό πολιτικό σύστημα, μια συμβιβασμένη «Αριστερά», μια «Αριστερά του συστήματος» που παίζει το ρόλο του αναχώματος στην τάση ριζοσπαστικοποίησης και απεγκλωβισμού λαϊκών δυνάμεων από τα επίσημα αστικά κόμματα... συνέχεια του άρθρου στο: www.kke.gr/2007_4/_synaspismos_sthrigma_ths_strathgikhs_toy_kefalaioy_ |